έβενος

έβενος
η , ό эбеновое, чёрное дерево

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "έβενος" в других словарях:

  • ἔβενος — ebony fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έβενος — I (ebenus). Γένος ποωδών ή φρυγανικών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών με περίπου 15 είδη, που ευδοκιμούν στις περιοχές γύρω από την ανατολική Μεσόγειο. Έχει φύλλα φτερωτά, τρίφυλλα και σπάνια απλά. Τα άνθη του είναι ροζ ή κόκκινα σε… …   Dictionary of Greek

  • έβενος — ο, η 1. (βοτ.), το δέντρο «διόσπυρος η έβενος», από όπου προέρχεται το ομώνυμο ξύλο για κατασκευή επίπλων. 2. το ξύλο του εβένου, μαύρο, πολύτιμο και πολύ σκληρό, που επιδέχεται στίλβωση, αμπανός, αμπανόζι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐβένου — ἔβενος ebony fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβένους — ἔβενος ebony fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβένῳ — ἔβενος ebony fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔβενον — ἔβενος ebony fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψευδέβενος — ο, Ν βοτ. παλαιότερη ονομασία γένους φυτών, κν. αρχοντόξυλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + έβενος. Η λ. είναι νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. νεολατ. pseudebenus < pseud (< ψευδ[ο] *) + ebenus (πρβλ. έβενος)] …   Dictionary of Greek

  • Ισημερινή Γουινέα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ισημερινής Γουινέας Έκταση: 28.051 τ. χλμ. Πληθυσμός: 476.200 (2003) Πρωτεύουσα: Μαλάμπο (92.900 κάτ. το 2003)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με το Καμερούν και στα Α και Ν με την Γκαμπόν, ενώ βρέχεται …   Dictionary of Greek

  • евенский — только др. русск. евеньскъ черного дерева (Козьма Индикопл.). Из греч. ἔβενος черное дерево . См. также эбеновый …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • эбеновое — дерево. Через франц. ebènе – то же из лат. ebenus от греч. ἔβενος, источник которого – в др. егип. hbnj – то же; см. Шпигельберг, KZ41, 131; Литтман 12; Гофман, Gr. Wb. 67; Буазак 211. Относительно более старого евенский см. выше …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»